22 Φεβρουαρίου 2026

Προθετικότητα, “κοινωνία”, και η τεχνική της λέξης

Σπάνια, σχεδόν ανεπαίσθητα, ο άνθρωπος κάποτε παύει να βιώνει τον κόσμο μόνο ως δεδομένο και αρχίζει να τον βιώνει ως ερώτημα: τι είναι φυσικό και τι έχει οργανωθεί έτσι ώστε να μην μπορεί πλέον να διακριθεί από το φυσικό και να βιώνεται όχι απλώς ως φυσικό, αλλά ως αναγκαίο.

Όταν αυτή η απορία εμφανιστεί, αποκαλύπτεται ότι το «αναγκαίο» δεν είναι πάντα ιδιότητα των πραγμάτων, αλλά συχνά αποτέλεσμα μιας πράξης που προηγήθηκε και έμεινε αθέατη. Πριν από τη χειραγώγηση των νοημάτων υπάρχει κάτι πιο πρωταρχικό: μια κατεύθυνση της βούλησης. Μια προθετικότητα, αν η λέξη χωρά εδώ, που δεν είναι ακόμη ρητορική και δεν είναι ακόμη θεσμός· είναι η στοιχειώδης κίνηση να καταστήσω τον άλλον προβλέψιμο, διαθέσιμο, μετρήσιμο, άρα χειρίσιμο. Η εξουσία δεν αρχίζει με τη λέξη «εξουσία». Αρχίζει εκεί όπου η ελευθερία του άλλου παύει να γίνεται ανεκτή ως απροσδιόριστη δυνατότητα και μετατρέπεται σε τάξη. Αυτή η απόφαση μπορεί να ντυθεί με χίλια προσχήματα — ασφάλεια, πρόοδο, ενότητα, ευημερία, σωτηρία — αλλά το σχήμα παραμένει: οι λίγοι να καθορίζουν τη μορφή ζωής των πολλών.

Το ιστορικά παράδοξο δεν είναι ότι υπάρχουν ισχυροί και αδύναμοι· αυτό υπάρχει και στη φύση ως διαφορά δύναμης. Το ανθρώπινο παράδοξο είναι ότι οι ισχυροί δεν αρκούνται στη δύναμη. Θέλουν κάτι ανώτερο: θέλουν νομιμοποίηση. Θέλουν η επιβολή να μην φαίνεται ως επιβολή, αλλά ως «ο τρόπος που είναι τα πράγματα». Εκεί γεννιέται η τεχνική του λόγου. Η βία απαιτεί παρουσία. Η νομιμοποίηση επιτρέπει απουσία. Όταν ο κόσμος πειστεί, ο επιβάλλων μπορεί να λείπει και όμως να ισχύει.

Για να λειτουργήσει αυτή η νομιμοποίηση πρέπει πρώτα να δημιουργηθεί το αντικείμενό της. Και εδώ μπαίνει η λέξη που διέγνωσες: «κοινωνία». Η “κοινωνία” δεν είναι ένα φυσικό ον όπως το βουνό ή η θάλασσα. Είναι ένα όνομα που κάνει το πλήθος να φαίνεται ως ενιαίο πράγμα. Το πλήθος, στην πραγματικότητα, είναι άπειρες ζωές, άπειρες ιστορίες, άπειρες αντιρρήσεις. Η λέξη “κοινωνία” όμως τις συμπιέζει σε μία εικόνα: ένα σώμα. Και μόλις εμφανιστεί ένα σώμα, μπορεί να εμφανιστεί και κάτι ακόμη: το “συμφέρον του σώματος”, η “υγεία του σώματος”, ο “κίνδυνος για το σώμα”. Άρα μπορεί να εμφανιστεί και η θεραπεία. Άρα μπορεί να εμφανιστεί και ο διαχειριστής. Άρα μπορεί να εμφανιστεί και ο “δικαιούμενος” να μιλά εκ μέρους του σώματος.

Έτσι η χειραγώγηση δεν ξεκινά από το ψέμα. Ξεκινά από τη συμπίεση. Από το να αντικαταστήσεις την πολλαπλότητα με ένα όνομα που έχει κύρος. Η εξουσία δεν χρειάζεται αρχικά να σου πει κάτι αναληθές. Χρειάζεται να σου δώσει έναν τρόπο να σκέφτεσαι που να καθιστά αναπόφευκτη την κατάληξη. Να σε κάνει να βλέπεις το πλήθος ως “κοινωνία”, την πειθαρχία ως “τάξη”, την αντίρρηση ως “απειλή”, την ανυπακοή ως “παραβίαση”, τον φόβο ως “ρεαλισμό”. Μετά, όταν αυτά εγκατασταθούν, η υπόλοιπη μηχανή δουλεύει σχεδόν μόνη της.

Αυτό είναι το σημείο όπου οι λέξεις αποκτούν αυταρχικότητα: όχι επειδή είναι σκληρές, αλλά επειδή εμφανίζονται ως ουδέτερες. Η πιο ισχυρή επιβολή είναι εκείνη που δεν μοιάζει με εντολή αλλά με περιγραφή. «Η κοινωνία χρειάζεται…», «η πραγματικότητα επιβάλλει…», «ο νόμος ορίζει…», «είναι φυσικό…», «το κανονικό είναι…». Όλες αυτές οι φράσεις κρύβουν την ίδια κίνηση: αφαιρούν την ευθύνη από αυτόν που επιβάλλει και τη μεταφέρουν σε μια αφηρημένη οντότητα — κοινωνία, πραγματικότητα, φύση, κανονικότητα. Έτσι η εξουσία μεταμφιέζεται: δεν διατάζει “εγώ θέλω”. Διακηρύσσει “έτσι είναι”.

Γιατί συνέβη ιστορικά να κυριαρχήσουν οι λίγοι στους πολλούς; Δεν υπάρχει μία αιτία. Υπάρχει μια σύνθεση τάσεων που συναντιούνται. Πρώτα, η ανάγκη συντονισμού: όταν οι άνθρωποι γίνονται πολλοί, η ζωή απαιτεί οργάνωση, και η οργάνωση γεννά ρόλους. Έπειτα, η συσσώρευση: όποιος ελέγχει πόρους ελέγχει χρόνο, και όποιος ελέγχει χρόνο αποκτά πλεονέκτημα πάνω στην ανάγκη των άλλων. Μετά, η ψυχολογική απόλαυση της ασφάλειας και της υπεροχής: η κυριαρχία προσφέρει αίσθηση αθανασίας μέσα στον χρόνο, σαν να μπορείς να σταθεροποιήσεις τον κόσμο για να μη σε απειλεί. Και τέλος, η τεχνική: μόλις ανακαλυφθεί ότι μπορείς να κυβερνάς όχι μόνο με όπλα αλλά με ορισμούς, τότε η επιβολή γίνεται λεπτότερη, διαρκέστερη, «πολιτισμένη». Η εξουσία ωριμάζει όταν καταλάβει ότι η καλύτερη υπακοή δεν είναι αυτή που επιβάλλεται, αλλά αυτή που γεννιέται μέσα στον υπήκοο ως λογική.

Αυτό είναι το σκανδαλώδες: η εξουσία δεν αρκείται να σε περιορίσει. Θέλει να σε μορφώσει έτσι ώστε ο περιορισμός να σου φαίνεται λογικός. Θέλει να σε εκπαιδεύσει να λες μόνος σου τις λέξεις που σε δένουν. Να ταυτιστείς με το «εμείς» που έπλασε για να σε κυβερνά, να φοβηθείς την «απόκλιση» που ονόμασε για να σε επαναφέρει, να αποδεχθείς την «πραγματικότητα» που κατασκεύασε για να σου κλείσει τον ορίζοντα.

Κι όμως, η ρωγμή υπάρχει: η στιγμή που βλέπεις ότι η “κοινωνία” είναι όνομα, ότι το “κανονικό” είναι μέτρο, ότι το “φυσικό” είναι μεταφορά κύρους, ότι το “πρέπει” είναι τεχνική μετατροπής της επιλογής σε αναγκαιότητα. Εκεί δεν γκρεμίζεις τον κόσμο· γκρεμίζεις τη μεταμφίεση. Και η απογύμνωση της μεταμφίεσης είναι ίσως η πρώτη πραγματική πράξη ελευθερίας μέσα σε έναν κόσμο που σε προϋπέθεσε χωρίς να σε ρωτήσει.