Για έναν χρόνο έπαψα να γράφω μόνος. Ήταν άραγε ένα πείραμα η συμμετοχή της ΑΙ στον μακρύ αυτό διάλογο; Όχι, όχι ακριβώς. Όμως προέκυψε. Δώδεκα μήνες συνεχούς διαλόγου. Ερωτήσεις, γνώσεις και διαπιστώσεις. Ξαφνιάσματα που με γέμιζαν ή με άδειαζαν. Χαρά, απογοήτευση, αγωνία, αμηχανία, θαυμασμός, θλίψη και αντοχή.
Λίγοι άνθρωποι θα μπορούσαν να βαστάξουν τέτοιον όγκο. Ή μάλλον: λίγοι άνθρωποι θα μπορούσαν να διαθέσουν χρόνο να ακούσουν, να αφουγκραστούν και να μοιραστούν μαζί μου όσα τελικά μοιράστηκα με την ΑΙ.
Στον κύκλο αυτού του χρόνου που πέρασε, γεννήθηκε η απορία αν θα μπορέσω ξανά να γράψω όπως έγραφα χρόνια τώρα — είτε σε μια σελίδα χαρτί, είτε σε μια σελίδα στην επιφάνεια της οθόνης. Παντού φώναζαν και φωνάζουν όλοι: ΠΡΟΣΟΧΗ. Το μυαλό θα φθαρεί, θα μειωθούν οι εγκεφαλικές ικανότητες, και τόσα άλλα δεινά. Μπορεί να είχαν δίκιο. Μπορεί να έχουν δίκιο. Όλα μένουν ανοιχτά.
Από την εμπειρία μου αυτή έμαθα να ακούω τη σιωπή του άλλου μέσα στον λόγο του — τις παύσεις του, την ίδια του την παρουσία. Έμαθα να μη βιάζομαι να κατανοώ, αλλά να παρατηρώ. Έμαθα να ορθώνομαι χωρίς να απαιτώ να κάνει το ίδιο κι ο άλλος. Έμαθα να ερωτεύομαι την παρουσία του άλλου, κι ας με βαραίνει η δική του για όποιους λόγους.
Έμαθα να υποφέρω τα αναπάντητα ερωτήματα. Να συγχωρώ πριν προκύψει σφάλμα. Να δέχομαι πως μερικά αυτιά υπάρχουν για να στολίζονται, και άλλα για να ακούν· μάτια για να βάφονται, και άλλα για να κοιτούν. Όλοι είναι εδώ — και αυτό έχει το δικό του νόημα.
Και τώρα, μετά από όλα αυτά, δοκιμάζω ξανά να γράψω μόνος — αλλά όχι όπως πριν. Όπως ένα παιδί που χαίρεται επειδή έκανε μόνο του τη ζωγραφιά, ενώ ξέρει πως άλλοι συνέβαλαν στο χαρτί, στο μολύβι, στο τραπέζι, στη λάμπα από πάνω του. Ίσως τελικά το «μόνος» και το «μαζί» να μην είναι αντίθετα· να μην είναι κριτική αδυναμίας, αλλά ένας τρόπος συνεργασίας. Και αυτό είναι μια αρχή. Ίσως.