Σκέφτομαι πως διατηρώντας μια απόσταση δεν αποκόβομαι από όσα συμβαίνουν γύρω μου. Τα γεγονότα δεν είναι η ίδια η ζωή, ούτε βέβαια είναι ανεξάρτητα από αυτήν. Με λίγα λόγια, διατηρώ την παρατήρηση της παρατήρησης.
Παλιότερα ο χρόνος της προσοχής μου, σαν μαγνήτης, κατευθυνόταν στα συμβάντα· συνήθως με απορία, θαυμασμό, θυμό ή απογοήτευση.
Πρόσφατα όμως, ύστερα από τον συλλογισμό ότι υπάρχω στον κόσμο, ακολούθησε ένας άλλος συλλογισμός: ότι υπάρχω και για τη σκέψη μου καθαυτή. Εκεί βρήκα μια απόσταση που με ξεκούραζε από τις διαθέσεις των ανθρώπων — είτε να κενολογήσουν, είτε να νουθετήσουν, είτε ασυνείδητα να φωνάξουν το κενό τους.
Οι δράσεις και οι αντιδράσεις των ανθρώπων συμβαίνουν όπως πάντα συνέβαιναν και όπως θα συνεχίσουν να συμβαίνουν, σκέφτηκα. Αλλά εγώ ποιος είμαι που τους παρατηρώ; Τι είμαι εγώ για μένα;
Πρόσφατα άκουσα κάποιον να λέει: «δεν είσαι το όνομά σου». Με ξάφνιασε. Απόρησα. Βρήκα κάτι οικείο και συγχρόνως απελευθερωτικό. Και μέσα μου ξύπνησε με γλυκύτητα ένα ερώτημα: ποιος είμαι όταν απορώ για κάτι;
Όχι ποιος είμαι γενικά. Όχι με τι ταυτίζομαι. Όχι προς τα πού γέρνω ή δεν γέρνω.
Αλλά τούτο:
τι είναι αυτό που απορεί εντός μου;
Τι είναι αυτό το φανέρωμα της απορίας, πέρα από το περιεχόμενό της;
Συνείδηση.
Απορώ για το ότι απορώ. Ξαφνιάζομαι παρθενικά για κάτι που από τη μία είναι νέο μέσα μου και από την άλλη το αναγνωρίζω ως ήδη οικείο γνώρισμα: το να ξαφνιάζομαι φυσικά για την ίδια την απορία — να απορώ με θαυμασμό για το ότι απορώ.
Ίσως εδώ συναντά κανείς μια παλιά διαδρομή της σκέψης. Ο Σωκράτης μιλούσε για το θαυμάζειν ως αρχή της φιλοσοφίας· για εκείνη τη στιγμή όπου ο άνθρωπος στέκεται με απορία απέναντι στο φανερό. Και πολύ αργότερα ο Edmund Husserl θα περιέγραφε την αναστοχαστική συνείδηση: τη στροφή της σκέψης προς τον ίδιο της τον εαυτό.
Ίσως λοιπόν η απορία να μην είναι μόνο αντίδραση σε κάτι που βλέπουμε στον κόσμο, αλλά ένα λεπτό φανέρωμα της ίδιας της συνείδησης μέσα μας — η στιγμή όπου η σκέψη παρατηρεί ότι σκέφτεται ή απλώς ότι συμβαίνει ή ακόμα ότι αναπαύεται εντός της.