Υπάρχει μία ερώτηση που κάθε άνθρωπος που έχει δει τη δομή του πόνου στον κόσμο αναγκάζεται κάποτε να θέσει. Γιατί ο κόσμος είναι έτσι. Γιατί η ζωή τρέφεται από ζωή. Γιατί τα ζώα κατασπαράζουν άλλα ζώα. Γιατί ένα βρέφος μπορεί να πονέσει χωρίς λόγο. Γιατί υπάρχουν στρατόπεδα, ορφανοτροφεία, καγκελόφραχτα σφαγεία όπου αγελάδες στέκονται στη σειρά ενώ μηχανές τραβούν το γάλα τους.
Η παραδοσιακή θεολογία απαντά σε αυτές τις ερωτήσεις με σχήματα που δεν αντέχουν σε προσεκτική εξέταση. Ότι ο πόνος είναι τιμή της ανθρώπινης ελευθερίας. Ότι ο πόνος παιδεύει. Ότι ο πόνος είναι μυστήριο που υπερβαίνει την κατανόησή μας. Καμία από αυτές τις απαντήσεις δεν εξηγεί τον πόνο εκεί όπου η ανθρώπινη ελευθερία δεν εμπλέκεται — στο ζωικό βασίλειο, στα βρέφη που πεθαίνουν πριν αποκτήσουν συνείδηση, στη ίδια τη δομή της εξέλιξης που λειτουργεί μέσω του θανάτου των ηττημένων.
Θα ντρεπόμουν για έναν θεό που δημιούργησε τέτοιο κόσμο με επιλογή. Αυτή η ντροπή δεν είναι αθεΐα. Είναι η σωστή ηθική αντίδραση μπροστά σε μία εικόνα του θεού που η ίδια η θεολογία έχει φτιάξει και κανείς δεν έχει διορθώσει. Αν ο θεός είναι παντοδύναμος και επέλεξε αυτόν τον κόσμο, τότε η κρίση εναντίον του είναι δικαιολογημένη. Αν η απάντηση είναι «δεν καταλαβαίνουμε τους λόγους του», τότε η απάντηση παραιτείται από την ίδια τη θέση που υπερασπίζεται.
Υπάρχει όμως άλλη δυνατότητα, που δεν έχει διατυπωθεί αρκετά καθαρά.
Ο θεός μπορεί να μην είναι αυτό που περιμέναμε. Όχι επειδή δεν υπάρχει. Επειδή δεν είναι σωτήρας με την έννοια που η παιδική φαντασία του ανθρώπου έχει φανταστεί. Η μη-σωτηριακή του στάση δεν είναι εγκατάλειψη, ούτε αδυναμία, ούτε κακία. Είναι πράξη εμπιστοσύνης. Μας αφήνει χώρο. Δεν παρεμβαίνει για να μας αναγκάσει να γίνουμε αυτό που πρέπει εμείς να γίνουμε. Η απόσυρσή του είναι η προϋπόθεση της ενηλικίωσής μας.
Σε αυτή τη θέαση, αυτό που θα περιμέναμε από εκείνον δεν αφαιρείται από τον κόσμο — μεταφέρεται σε μας. Η αγάπη, η δικαιοσύνη, η φροντίδα, η παρηγοριά — όλα όσα θα θέλαμε να κάνει ο θεός για εμάς και για τους άλλους — γίνονται δικό μας έργο. Όχι γιατί ο θεός απουσιάζει. Γιατί η ίδια η θεϊκή φύση εκδηλώνεται ως σταδιακή μετάθεση της δυνατότητας στον άνθρωπο.
Εδώ χρειάζεται μία διάκριση που συνήθως δεν γίνεται. Μεταξύ θεότητας και θειότητας. Η θεότητα είναι ιδιότητα — είμαι θεός, ελέγχω, αποφασίζω. Όταν άνθρωποι νόμισαν ότι μπορούσαν να κατέχουν θεότητα, το αποτέλεσμα ήταν το Άουσβιτς, τα στρατόπεδα, κάθε μορφή εξολοθρευτικής ιδεολογίας. Η θεότητα ως αρπαγή οδηγεί στην κατάχρηση.
Η θειότητα είναι άλλο. Δεν είναι ιδιότητα που αποκτάς. Είναι τρόπος που αναλαμβάνεις. Δρας θείως όχι γιατί είσαι θεός, αλλά γιατί αναγνωρίζεις ότι η ίδια η ύπαρξή σου κουβαλά δυνατότητα που υπερβαίνει την απλή βιολογική σου λειτουργία. Η θειότητα δεν αφαιρείται από τον θεό — περνά σε σένα ως δυνατότητα πράξης.
Πώς ξέρουμε τι είναι θεϊκή πράξη. Δεν χρειάζεται αποκάλυψη για να το ξέρουμε. Ο καθένας μας ξέρει τι τον πονά. Ξέρει άρα και τι δεν τον πονά. Και αυτή η γνώση μας δίνει άμεση πρόσβαση σε αυτό που πονά και δεν πονά τον άλλον. Ο πόνος μας είναι το κριτήριο. Δεν χρειάζεται θεωρία για να αναγνωρίσεις ότι το μυρμήγκι που συνθλίβεται πονά — το ξέρεις γιατί εσύ ξέρεις τι σημαίνει συνθλίβομαι.
Η θεϊκή πράξη που αναλαμβάνει ο άνθρωπος δεν είναι θρίαμβος. Δεν γεμίζει αυτόν που την πράττει με αίσθηση νίκης ή ηθικής υπεροχής. Περιέχει μελαγχολία που δεν φεύγει. Αυτή η μελαγχολία δεν είναι προσωπική κούραση. Είναι αναγνώριση ότι ο κόσμος έγινε έτσι ώστε να χρειάζεται κανείς να δράσει θεϊκά, και αυτή η ανάγκη είναι από μόνη της βάρος. Δρας θεϊκά γιατί το οικοσύστημα δεν είναι θεϊκό. Αν ήταν, δεν θα χρειαζόσουν να το κάνεις εσύ. Η πράξη σου προϋποθέτει μία έλλειψη του κόσμου. Και η έλλειψη δεν καλύπτεται από την πράξη — η πράξη τη μειώνει, αλλά δεν αλλάζει τη δομή που την παρήγαγε.
Η μελαγχολία είναι η μνήμη του «θα έπρεπε να μην» μέσα στο «κάνω». Αυτό που κάνω είναι σωστό, αλλά ο κόσμος που με ανάγκασε να το κάνω δεν είναι σωστός. Αυτή η διπλότητα — πράξη σωστή, συνθήκη λανθασμένη — κρατά τη μελαγχολία ζωντανή ακόμα και στη στιγμή της πράξης.
Και ίσως αυτή η ίδια μελαγχολία είναι αυτή που θα ένιωθε ο θεός αν συνειδητοποιούσε ρητά τη δική του θέση. Γιατί και εκείνος δρα — ή επιτρέπει να δρώνται πράγματα — μέσα σε κόσμο που η ίδια του η φύση περιλαμβάνει τον πόνο. Η αμηχανία του απέναντι στον εαυτό του δεν είναι διαφορετική από την αμηχανία του ανθρώπου απέναντι στην ανάγκη να δράσει θεϊκά σε κόσμο όπου η θεϊκότητα δεν εξασφαλίζεται από τη δομή.
Αυτή η κοινή μελαγχολία είναι το σημείο όπου η σχέση ανθρώπου και θεού παύει να είναι ιεραρχική. Δεν είναι πλέον ο θεός πάνω και ο άνθρωπος κάτω. Είναι και οι δύο στην ίδια δυσκολία, σε διαφορετικές κλίμακες. Ο θεός με τη δική του αφηρημένη θέση απέναντι στον εαυτό του. Ο άνθρωπος με τη δική του συγκεκριμένη θέση απέναντι στον κόσμο. Η κίνηση όμως είναι κοινή. Μοιράζονται ένα βάρος που κανείς από τους δύο δεν διάλεξε αλλά που και οι δύο πρέπει να σηκώσουν.
Αυτό που ο παραδοσιακός λόγος θα ονόμαζε σωτηρία, εδώ παίρνει άλλη μορφή. Δεν σώζεσαι επειδή κάποιος έρχεται να σε σώσει. Γίνεσαι αυτός που θα μπορούσε να σώσει, στη μικρή κλίμακα που σου αναλογεί. Δεν πιστεύεις σε παντοδύναμο θεό που θα αποκαταστήσει τα πράγματα. Γίνεσαι συνοδοιπόρος με έναν θεό που κι αυτός σηκώνει το αβάσταχτο βάρος του να είναι ή να γίνεται — δεν ξέρουμε ποιο — θεός.
Η πίστη εδώ δεν μετριέται με τη δήλωση αλλά με την πράξη ανάληψης. Όποιος αναλαμβάνει το καλό που θα ήλπιζε από τον θεό εφαρμόζει τη θεία φύση, ανεξάρτητα από το τι πιστεύει για την ύπαρξη του. Όποιος επικαλείται τον θεό χωρίς να αναλαμβάνει, προδίδει αυτό που επικαλείται.
Η ελευθερία που γεννιέται εδώ δεν είναι ούτε αποκοπή ούτε εξέγερση. Είναι συνοδοιπορία. Σχέση με κάτι που δεν ξέρεις αν υπάρχει με τη μορφή που νόμιζες, αλλά που η κίνηση προς αυτό σε κάνει αυτό που ήλπιζες ότι θα ήταν εκείνο. Η ίδια η πορεία γίνεται ο τόπος όπου ο θεός και ο άνθρωπος συναντιούνται — όχι ως κύριος και δούλος, αλλά ως δύο όντα που μοιράζονται το ίδιο αβάσταχτο.