Πού είναι ο κόσμος;

Μια παράξενη εμπειρία που οι περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζουν χωρίς να της δίνουν ιδιαίτερη σημασία  είναι αυτή: Κοιτάζεις μια φωτογραφία σου και ξέρεις ότι είσαι εσύ. Ήσουν εκεί, θυμάσαι πότε τραβήχτηκε, ίσως την τράβηξες ο ίδιος, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για την ταυτότητα του ανθρώπου που βλέπεις, και όμως κάτι μέσα σου αντιδρά ακαριαία: δεν είμαι εγώ έτσι. Δεν χρειάζεται να εξετάσεις τη μύτη, τα μάτια ή το σχήμα του προσώπου για να φτάσεις σε αυτή την κρίση. Συνήθως η κρίση έχει ήδη έρθει και μόνο μετά αρχίζεις να αναζητάς τον λόγο της. Κοιτάζεις καλύτερα, προσπαθείς να εντοπίσεις τι δεν ταιριάζει, αλλά αυτό που προηγήθηκε δεν ήταν ανάλυση. Ήταν αναγνώριση που δεν ολοκληρώθηκε.


Μέχρι πρόσφατα αυτό θα μπορούσε να παραμείνει μια μικρή παραξενιά της φωτογραφίας. Ο φακός παγώνει ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, η απόσταση αλλάζει τις αναλογίες, το πρόσωπο που γνωρίζουμε κινούμενο ακινητοποιείται σε μια έκφραση που ίσως κανείς δεν θα προλάβαινε να δει αν στεκόταν απέναντί μας. Η τεχνητή νοημοσύνη όμως πρόσθεσε μια δυνατότητα που κάνει το πρόβλημα δυσκολότερο. Μπορεί πλέον να παραγάγει μια εικόνα σου από μια στιγμή που δεν συνέβη ποτέ, με φως που δεν έπεσε πάνω σου, σε χώρο όπου δεν βρέθηκες, με μια ελάχιστη μεταβολή του προσώπου που δεν αντιστοιχεί σε καμία φωτογραφική λήψη. Και μπορεί να κοιτάξεις αυτή την ιστορικά ανύπαρκτη εικόνα και, χωρίς σκέψη, να συμβεί το αντίθετο: με ξέρω.


Έτσι εμφανίζονται δίπλα δίπλα δύο καταστάσεις που κανονικά θα περιμέναμε να συμφωνούν. Από τη μία βρίσκεται μια πραγματική φωτογραφία, η οποία διαθέτει όλη την αλήθεια της προέλευσής της αλλά αποτυγχάνει κατά κάποιον τρόπο να επιστρέψει στον άνθρωπο την παρουσία που αναγνωρίζει ως δική του. Από την άλλη βρίσκεται μια συνθετική εικόνα, η οποία δεν αντιστοιχεί σε κανένα γεγονός και όμως κατορθώνει να προκαλέσει αυτή την αναγνώριση. Η πρώτη μπορεί να απαντήσει στο «συνέβη;» με ένα αναμφισβήτητο ναι και στο «είμαι εγώ;» με ένα παράξενο όχι. Η δεύτερη αντιστρέφει σχεδόν τους όρους. Η στιγμή δεν συνέβη, αλλά κάτι μέσα στη μορφή αναγνωρίζεται.


Θα ήταν εύκολο να το αποδώσουμε στην ομοιότητα και να τελειώσουμε εκεί. Η μία εικόνα πέτυχε καλύτερα τα χαρακτηριστικά, θα λέγαμε, η άλλη τα παραμόρφωσε. Μόνο που η εμπειρία δεν φαίνεται να λειτουργεί τόσο αναλυτικά. Η αναγνώριση ενός προσώπου δεν περιμένει συνήθως να ολοκληρώσουμε έναν κατάλογο μορφολογικών ελέγχων. Δεν εξετάζουμε διαδοχικά μάτια, μύτη, στόμα, γωνία γνάθου και απόσταση φρυδιών για να αποφασίσουμε στο τέλος ποιον βλέπουμε. Το πρόσωπο φτάνει σε μας ολόκληρο. Αργότερα μπορούμε να το τεμαχίσουμε, να μετρήσουμε τις αναλογίες του και να περιγράψουμε τα χαρακτηριστικά του, αλλά η πρώτη πρόσληψη έχει ήδη συμβεί. Κάτι έχει παρουσιαστεί ως κάποιος πριν μπορέσουμε να εξηγήσουμε γιατί.


Η τεχνητή νοημοσύνη κάνει αυτή την παλιά λειτουργία της αντίληψης ξαφνικά ορατή, επειδή μπορεί να δημιουργήσει κάτι που μέχρι τώρα συναντούσαμε κυρίως στη ζωγραφική, στο όνειρο ή στη φαντασία: ένα ανθρώπινο πρόσωπο με την ιδιαιτερότητα συγκεκριμένου προσώπου, χωρίς να είναι αναγκαίο να έχει υπάρξει ποτέ ο άνθρωπος που το φέρει. Δεν βλέπουμε έναν γενικό «άντρα» ή μια γενική «γυναίκα», αλλά κάποιον με συγκεκριμένη ηλικία, βλέμμα, ασυμμετρίες, κόπωση ή ηρεμία, ακόμη και με εκείνη την ανεπαίσθητη εντύπωση ότι κάτι προηγήθηκε της στιγμής που βλέπουμε και κάτι θα ακολουθήσει μετά από αυτήν. Μόνο που ενδέχεται να μην υπήρξε ούτε πριν ούτε μετά. Υπήρξε μόνο η εικόνα.


Τι ακριβώς υπάρχει τότε;


Το ερώτημα γίνεται πιο δύσκολο όταν η συνθετική μορφή δεν μένει αδιάφορη. Ένα πρόσωπο που ίσως δεν αντιστοιχεί σε κανέναν άνθρωπο μπορεί να προκαλέσει φόβο, έλξη, εμπιστοσύνη ή μια απροσδόκητη αίσθηση αναπαύσεως. Μπορεί να συνδεθεί με μουσική, με μια περίοδο της ζωής, με μια δύσκολη νύχτα, και χρόνια αργότερα η θέα του να εξακολουθεί να κουβαλά εκείνη τη σχέση. Αν αργότερα αποδειχθεί ότι το πρόσωπο δημιουργήθηκε εξ ολοκλήρου από ένα μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης, η πληροφορία αυτή διορθώνει όσα μπορούμε να ισχυριστούμε για την προέλευσή του, αλλά δεν επιστρέφει στον χρόνο για να ακυρώσει αυτό που συνέβη όταν το είδαμε. Δεν υπήρξε ίσως ο άνθρωπος. Υπήρξε όμως η συνάντηση με τη μορφή του.


Αυτό δεν σημαίνει ότι ό,τι βλέπουμε υπάρχει επειδή το βλέπουμε. Ένα όνειρο δεν αποδεικνύει ότι τα πρόσωπά του περπατούν κάπου στον κόσμο, όπως μια συνθετική εικόνα δεν αποκτά βιογραφικό πρωτότυπο επειδή συγκίνησε κάποιον. Το ίδιο ισχύει και για το συναίσθημα. Το ότι κάτι με αναπαύει δεν αποδεικνύει ότι το αντικείμενο της αναπαύσεως υπάρχει έξω από εμένα με τον τρόπο που το αντιλαμβάνομαι. Αν όμως, από φόβο μήπως συγχέουμε το πραγματικό με το φανταστικό, περάσουμε στο αντίθετο άκρο και πούμε ότι τίποτε δεν συνέβη, τότε έχουμε διαπράξει ένα διαφορετικό λάθος. Γιατί η αναπαύση συνέβη, η μορφή προσλήφθηκε, η μνήμη σχηματίστηκε και ο βιωμένος κόσμος ενός πραγματικού ανθρώπου μεταβλήθηκε. Η προέλευση μπορεί να είναι συνθετική χωρίς να είναι συνθετικό το γεγονός της πρόσληψης.


Ίσως εδώ χρειάζεται να διαχωριστούν δύο ερωτήματα που συνήθως φτάνουν σε μας ενωμένα. Το ένα είναι αν κάτι είναι αληθινό. Το άλλο είναι τι πρέπει να έχει ήδη συμβεί ώστε να μπορούμε να ρωτήσουμε αν είναι αληθινό. Το δεύτερο προηγείται όχι επειδή είναι σημαντικότερο, αλλά επειδή η αλήθεια χρειάζεται κάτι πάνω στο οποίο θα κριθεί. Για να πω «αυτό το πρόσωπο δεν υπάρχει», πρέπει ήδη να έχει υπάρξει για μένα το «αυτό το πρόσωπο». Η άρνηση της εξωτερικής του ύπαρξης δεν καταργεί το φαινόμενο για το οποίο εκφέρεται η άρνηση. Αντίθετα, το προϋποθέτει.


Εδώ η μορφή προηγείται του προσώπου. Όχι σαν κάποια μεταφυσική οντότητα που περιμένει έξω από τον κόσμο να αποκτήσει σώμα, ούτε σαν ιδέα που υπάρχει μυστικά πριν από τα πράγματα. Προηγείται ως δυνατότητα εμφάνισης. Πριν μάθω ποιος είναι, πριν μάθω αν υπάρχει, πριν εξακριβώσω αν φωτογραφήθηκε ή παρήχθη, έχει ήδη εμφανιστεί κάτι ως πρόσωπο. Η αλήθεια δεν δημιουργεί εκ των υστέρων αυτή την εμφάνιση· έρχεται να την εξετάσει.


Και τότε προκύπτει ένα πρόβλημα που δεν αφορά πια ιδιαίτερα την τεχνητή νοημοσύνη. Αν μια μορφή μπορεί να εμφανιστεί, να προσληφθεί και να εισέλθει στον βιωμένο κόσμο χωρίς να αντιστοιχεί αναγκαστικά σε ένα πρόσωπο που βρίσκεται κάπου έξω από εμάς, πού ακριβώς συμβαίνει η εμφάνισή της; Θα μπορούσαμε να απαντήσουμε ότι συμβαίνει στην οθόνη, αλλά στην οθόνη μπορούμε να βρούμε μόνο φωτεινά σημεία. Αν πλησιάσουμε περισσότερο, θα βρούμε αριθμητικές τιμές, ηλεκτρικές καταστάσεις, κυκλώματα και υπολογισμούς. Από την άλλη πλευρά θα βρούμε φωτόνια που φτάνουν στον αμφιβληστροειδή, ηλεκτροχημική δραστηριότητα, νευρωνικά δίκτυα και έναν εγκέφαλο που επεξεργάζεται πληροφορία. Όλα αυτά μπορούν να περιγραφούν και όσο περισσότερο τα κατανοούμε τόσο ακριβέστερη γίνεται η περιγραφή. Παραμένει όμως κάτι παράξενο: πουθενά ανάμεσά τους δεν βρίσκουμε, ως ένα ακόμη αντικείμενο της αλυσίδας, το βλέμμα που μας κοίταξε.


Τα pixels δεν κοιτάζουν. Τα φωτόνια δεν είναι γαλήνια ή απειλητικά. Ένας αριθμός δεν είναι όμορφος και ένας νευρώνας δεν είναι ένας άντρας που στέκεται απέναντί μας. Δεν χρειάζεται από αυτό να συμπεράνουμε ότι υπάρχει κάποια άυλη περιοχή όπου κατοικούν οι μορφές. Χρειάζεται μόνο να μην προσποιηθούμε ότι λύσαμε το πρόβλημα επειδή περιγράψαμε τα υλικά γεγονότα που το συνοδεύουν. Κάπου μέσα σε αυτή τη διαδικασία δεν συνέβη μόνο μετάδοση πληροφορίας. Για εκείνον που είδε, εμφανίστηκε κόσμος και μέσα στον κόσμο εμφανίστηκε κάποιος.


Ίσως εδώ η λέξη «κόσμος» να αρχίζει να γίνεται ασταθής. Τη χρησιμοποιούμε καθημερινά σαν να γνωρίζουμε ακριβώς τι σημαίνει. Ο κόσμος είναι ό,τι υπάρχει, ό,τι μας περιβάλλει, η Γη, το σύμπαν, η πραγματικότητα. Αν όμως ρωτήσει κανείς όχι τι περιέχει ο κόσμος αλλά πού είναι ο κόσμος, οι απαντήσεις αρχίζουν γρήγορα να καταρρέουν. Είναι εδώ. Πού είναι το εδώ; Στη Γη. Η Γη βρίσκεται στο ηλιακό σύστημα, το ηλιακό σύστημα στον γαλαξία, ο γαλαξίας μέσα στο σύμπαν. Και το σύμπαν πού είναι;


Η ερώτηση μοιάζει ξαφνικά εσφαλμένη, επειδή κάθε τόπος που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ως απάντηση βρίσκεται ήδη μέσα σε εκείνο που προσπαθούμε να τοποθετήσουμε. Αν πούμε ότι ο κόσμος βρίσκεται παντού, δεν έχουμε λύσει το πρόβλημα, απλώς έχουμε μετατρέψει το «πού» σε «παντού». Και μπορεί κανείς να επιμείνει με την παιδικότερη και ίσως δυσκολότερη ερώτηση: ναι, παντού, αλλά πού;


Δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει απάντηση. Ίσως το σφάλμα βρίσκεται στην ίδια την απαίτηση να τοποθετήσουμε τον κόσμο σαν να ήταν ένα ακόμη αντικείμενο μέσα σε μεγαλύτερο χώρο. Αλλά τότε η αποτυχία της ερώτησης αποκαλύπτει κάτι που συνήθως μένει κρυμμένο: κάθε φορά που ρωτάμε πού βρίσκεται κάτι, έχουμε ήδη παραλάβει αδιαπραγμάτευτα έναν κόσμο μέσα στον οποίο υπάρχουν τα «πού». Ο κόσμος δεν εμφανίζεται ως ένα από τα αντικείμενά του. Είναι ήδη εκεί όταν οποιοδήποτε αντικείμενο μπορεί να εμφανιστεί.


Και ίσως γι' αυτό η τεχνητή νοημοσύνη, χωρίς να έχει καμία πρόθεση να κάνει φιλοσοφία, μας έφερε μπροστά σε ένα τόσο παλιό ερώτημα από έναν εντελώς καινούργιο δρόμο. Μέχρι τώρα το βασικό άγχος γύρω από τις συνθετικές εικόνες ήταν αν θα μπορούμε να ξεχωρίζουμε το αληθινό από το ψεύτικο. Το άγχος είναι δικαιολογημένο και θα γίνεται πιθανότατα μεγαλύτερο. Υπάρχει όμως κάτι πριν από αυτό που κινδυνεύουμε να μη δούμε επειδή βιαζόμαστε να κάνουμε την επαλήθευση. Πριν αποφασίσουμε αν ένα πρόσωπο είναι πραγματικό ή συνθετικό, το έχουμε ήδη δει ως πρόσωπο. Πριν ελέγξουμε αν μια στιγμή συνέβη, η στιγμή έχει ήδη εμφανιστεί. Πριν αποφασίσουμε τι είναι αυτό που βρίσκεται μπροστά μας, βρισκόμαστε ήδη μέσα σε έναν κόσμο όπου μπορεί να υπάρχει ένα «μπροστά μας».


Αυτό δεν εξισώνει τον άνθρωπο με την εικόνα του ούτε το υπαρκτό πρόσωπο με ένα συνθετικό πρόσωπο. Ένας άνθρωπος έχει σώμα, ιστορία, συνέχεια, μπορεί να πονέσει, να επιθυμήσει, να αρνηθεί, να φύγει, να πεθάνει. Για ένα πρόσωπο που παρήχθη από μια μηχανή δεν έχουμε λόγο να αποδώσουμε τίποτε από αυτά. Η διαφορά είναι τεράστια και πρέπει να παραμείνει. Το παράξενο βρίσκεται αλλού: ότι η διαφορά αυτή γίνεται διαθέσιμη στην κρίση μας αφού κάτι έχει ήδη φτάσει σε μας ως μορφή. Δεν προηγείται η απόφαση «αυτό είναι πραγματικό» ώστε μετά να μας επιτραπεί να το δούμε. Πρώτα εμφανίζεται και ύστερα αρχίζει η εργασία της διάκρισης.


Ίσως γι' αυτό μια πραγματική φωτογραφία μπορεί να αποτύχει εκεί όπου μια ανύπαρκτη στιγμή πετυχαίνει. Δεν είναι επειδή η δεύτερη είναι αληθέστερη. Είναι επειδή η αλήθεια και η παρουσία δεν είναι συνώνυμα. Η μία αφορά, μεταξύ άλλων, το τι συνέβη και τι υπάρχει ανεξάρτητα από την πρόσληψή μας. Η άλλη αφορά το γεγονός ότι κάτι έφτασε ήδη μέχρι εμάς και έγινε μέρος του κόσμου που βιώνουμε. Η σύγχυσή τους είναι επικίνδυνη, αλλά εξίσου επικίνδυνη είναι και η απαίτηση να εξαφανιστεί η δεύτερη επειδή δεν πέρασε τη δοκιμασία της πρώτης.


Ένα πρόσωπο που δεν υπήρξε μπορεί να μην αποκτήσει ποτέ ζωή επειδή κάποιος το κοίταξε. Μπορεί όμως να έχει ήδη αποκτήσει θέση σε μια ζωή. Και ένας άνθρωπος που υπήρξε αναμφισβήτητα μπροστά σε έναν φακό μπορεί να κοιτάξει την ακριβή καταγραφή εκείνης της στιγμής και να μη βρει μέσα της αυτό που χωρίς σκέψη αναγνωρίζει ως εαυτό. Αν αυτά τα δύο γεγονότα μπορούν να συμβούν, τότε ίσως η εποχή των συνθετικών μορφών δεν μας υποχρεώνει μόνο να γίνουμε καλύτεροι στην ανίχνευση του ψεύδους. Μας υποχρεώνει να κοιτάξουμε κάτι που ήταν εκεί πολύ πριν από τις μηχανές και που οι μηχανές, ακριβώς επειδή μπορούν πλέον να κατασκευάζουν μορφές χωρίς προηγούμενο στον κόσμο, κάνουν δυσκολότερο να αγνοήσουμε.


Πριν από την ερώτηση αν αυτό που βλέπω είναι αληθινό, έχει ήδη συμβεί το ότι βλέπω κάτι. Πριν από το ποιος, υπάρχει το αυτό. Πριν από την εξακρίβωση, υπάρχει η εμφάνιση. Και πριν ακόμη μπορέσουμε να ρωτήσουμε πού βρίσκεται αυτό που εμφανίστηκε, έχουμε ήδη χρησιμοποιήσει εκείνο που ποτέ δεν καταφέραμε να τοποθετήσουμε.


Τον κόσμο.